Η
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
ΩΣ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΖΩΗΣ
ΑΘ.
ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ
1. Με την ευκαιρία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής,
που είναι και περίοδος Λατρευτικής έντασης, θα έλεγα να ασχοληθούμε με την
Κυριακή και τη Θ. Λειτουργία, την καρδιά της, την καρδιά της Εκκλησίας, και
καρδιά της χριστιανικής ζωής ! Και είναι η Λειτουργία η καρδιά της χριστιανικής
ζωής, γιατί κατ’ αυτήν ο Χριστός έρχεται ολοζώντανος-«Σώμα και Αίμα»-ανάμεσά
μας, αν θέλουμε και μέσα μας. Αυτό δεν είναι λόγια του αέρα, ούτε φαντασίωση
ιδεοληπτική, είναι γεγονός πραγματικό, συγκλονιστικό. Κάνει την Κυριακή
εβδομαδιαίο Πάσχα και τη Λειτουργία ατμόσφαιρα της Βασιλείας του Θεού, στιγμή
γεύσης της αιώνιας χαράς του Χριστού. Ανανεώνει έτσι την ελπίδα μας ότι η ζωή
δεν τελειώνει στον επίγειο κύκλο της φθοράς και του θανάτου και κρατά ανοιχτό
τον ορίζοντα της αιώνιας προοπτικής της.
Προτείνω λοιπόν αυτό το θέμα για να αναρωτηθεί καθένας μας, τι
χριστιανός μπορεί να είναι, όταν έχει διαγράψει τη Λειτουργία της Κυριακής απ’
τη ζωή του ή τη θυμάται σπάνια και για τον τύπο ! Αλλά και σε περίπτωση που
εκκλησιάζεται τακτικά, αν αισθάνεται τη
Λειτουργία ως το ζωογόνο κέντρο της ζωής του !
2. Να αρχίσουμε από την ιδιότητα του
χριστιανού, που μας τη δίνει ευσύνοπτα και πολύ παραστατικά ο ύμνος που
ψάλλουμε στο Βάπτισμα. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε».
Χριστιανός είναι ο άνθρωπος που ντύθηκε το Χριστό. Ο άνθρωπος που στο Όνομα της
Αγίας Τριάδας έπαψε να είναι σκέτος ή φυσικός, που λέμε, άνθρωπος ! Αυτόν τον
έθαψε στην κολυμπήθρα, τον τάφο του Χριστού, τον παράτησε εκεί σαν παλιό ρούχο,
φθαρμένο απ’ την αμαρτία, και αναστήθηκε μαζί του καινούργιος άνθρωπος, παιδί
του Θεού, μέλος της Εκκλησίας, αδελφός και φίλος του Χριστού ! Καλείται λοιπόν
να ζει χριστιανικά, δηλαδή, να αγαπάει το Θεό, αγαπώντας τους ανθρώπους
αδελφικά, κι αν χρειαστεί, όπως ο Χριστός, θυσιαστικά και σταυρικά. Να νικάει με αυτό τον τρόπο
καθημερινά την τάση αποκοπής απ’ το Θεό, την αμαρτία, το θάνατο. Να ζει «εδώ
και τώρα», σ’ αυτό τον κόσμο και σήμερα, χωρίς να χάνει απ’ τα μάτια του την
προοπτική του «εκεί και πέρα». Να ζει ως καθημερινός άνθρωπος, αλλά να μην
υποκύπτει στις αθλιότητες της καθημερινότητας. Χριστιανός θα πει άνθρωπος που
ξέρει πού πάει, και κινείται αταλάντευτα κατά κει που ελεύθερα αποφάσισε να
πάει.
3. Αυτά είναι ωραίο και γοητευτικό να τα λέει
κανείς, αλλά πολύ δύσκολο, ιδιαίτερα σήμερα, να τα πράττει. Ο χριστιανός το
γνωρίζει αυτό καλά, έχει προειδοποιηθεί απ’ το Χριστό, που δε μασάει τα λόγια
του και το λέει απερίφραστα, το να ξεκολλήσει κανείς απ’ τη μέγγενη του
εγώ-«Απαρνησάσθω εαυτόν»-είναι αληθινός σταυρός-«αράτω τον σταυρόν αυτού» ! Και
ξεκαθαρίζει ότι χριστιανική ζωή θα πει, πέρασμα από πόρτα στενή, και ανάβαση
από δρόμο γεμάτο θλίψεις-«Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την
ζωήν». Πάντα βέβαια με βασική προϋπόθεση το, «όστις θέλει» της ελευθερίας του
ανθρώπου. Κανένας δεν αναγκάζεται να περάσει τη στενή πόρτα, ούτε υποχρεώνεται
να πάρει τη γεμάτη θλίψεις ανηφοριά ! Καθένας όμως γνωρίζει τούτο το σπουδαίο,
ότι αυτά τα λέει Εκείνος που είναι «η Αλήθεια και η Ζωή», και τούτο το
σημαντικό, ότι μόνο από δρόμο σταυρικό βγαίνει κανείς στην Αλήθεια της ζωής !
4. Δύσκολος λοιπόν ο δρόμος της χριστιανικής
ζωής σταυρικός και μοναδικός, όχι όμως
αδιάβατος ! Και δεν είναι αδιάβατος, γιατί δεν είναι δρόμος μοναχικός ! Δεν
καλείται δηλαδή ο χριστιανός να τον διαβεί μόνος κι αβοήθητος ! Ο Χριστός
βεβαιώνει ότι θα τον διαβούν μαζί, ότι θα είναι συμπαραστάτης του όλες τις
ημέρες της ζωής του-«Εγώ μεθ’ ημών ειμί πάσας τας ημέρας της ζωής υμών». Φυσικά
απ’ την Εκκλησία, που επεκτείνει την παρουσία του στους αιώνες, όπως λέει ο
Ιερός Αυγουστίνος και είναι η οικογένεια και κοινωνία του Χριστού ! Άρα ο
χριστιανός περνάει τη στενή πόρτα και παίρνει το σταυρικό δρόμο της ζωής όντας
βέβαιος ότι στις δοκιμασίες θα είναι πλάι του ο Χριστός. Κι από την πείρα του
Αποστόλου Παύλου γνωρίζει ότι με το Χριστό μπορεί τα πάντα-«πάντα ισχύω εν τω
ενδυναμούντι με Χριστώ» !
5. Πριν εξετάσουμε πώς ο Χριστός
συμπαραστέκεται στον αγώνα του χριστιανού και για να μην μπερδεύουμε τα
πράγματα, να επανέλθουμε και να ξεκαθαρίσουμε απόλυτα τα δεδομένα αυτής της
συμπαράστασης. Να διευκρινίσουμε δηλαδή ότι η συμπαράσταση αυτή δεν είναι
αναγκαστική χειραγωγία. Είναι προσφορά Αγάπης που προϋποθέτει πάντα το, «όστις
θέλει» της ελευθερίας του ανθρώπου ! Στην Εκκλησία όλα παίζονται πάνω στο
τεντωμένο σκοινί της ανθρώπινης ελευθερίας. Οφείλουμε να το βάλουμε καλά στο
μυαλό μας, «ο Θεός δεν εξαναγκάζει κανένα να τον αγαπήσει» ! Αυτό δεν πρέπει να
το ξεχνάμε ούτε λεπτό. Χωρίς να παύει να αγαπά και αυτόν που δε θέλει να τον
αγαπήσει, χωρίς να παραλείπει να στέλνει και σ’ αυτόν σήματα σωτηρίας, γίνεται
πάντα και με κάθε τρόπο ακαταγώνιστος συμπαραστάτης μόνο εκείνου που ελεύθερα
και προσωπικά αποφασίζει να τον αγαπήσει !
6. Πιο πρακτικά τώρα, η Εκκλησία βοηθάει το
χριστιανό στον αγώνα του θυμίζοντας αδιάλειπτα ότι άλλος και όχι η γη είναι ο
μόνιμος τόπος του-δεν έχουμε εδώ «μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν
επιζητούμεν» ! Και ότι, η ζωή δεν εξαντλείται σ’ αυτά που βλέπουμε στα μετρημένα
χρόνια μας, επεκτείνεται και σε άλλα που δε βλέπουμε, στον αμέτρητο χρόνο της
αιωνιότητας-«τα βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα μη βλεπόμενα αιώνια» ! Αυτά τα
προβάλλει ζωντανά με μια απλή πρακτική ή τεχνική, που οι θεολόγοι ονομάζουν
ιερότητα του χώρου και του χρόνου. Του δείχνει έτσι άμεσα πώς να απεγκλωβίζει
το χώρο και το χρόνο της ζωής του από τον κύκλο της φθοράς και του θανάτου.
Για να καταλάβουμε την ιερότητα του χώρου,
ας φανταστούμε μια πόλη με κτήρια και κτίσματα, αλλά χωρίς καμιά Εκκλησιά, έστω
κι αν ο Πλούταρχος λέει ότι πόλη χωρίς ναό δεν υπάρχει πουθενά. Μια πόλη, που
έχει δημόσια και ιδιωτικά καταστήματα, σχολεία, θέατρα, νοσοκομεία, πάρκα,
αθλητικά κέντρα, μα πουθενά εκκλησιά. Οι άνθρωποι σ’ αυτήν εργάζονται,
μορφώνονται, αποκτούν, απολαμβάνουν, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, χαίρονται,
γερνούν, γέρνουν, πεθαίνουν. Είναι ένας τόπος όπου ζουν κομμάτια ευτυχίας
παγιδευμένα στη φθορά και το θάνατο.
Στην ίδια πόλη η Εκκλησία στήνει μια
Εκκλησιά, με τρούλο και Σταυρό στην κορυφή ! Αμέσως αλλάζει η διάσταση των
πραγμάτων, εξωτερικά και οπτικά ακόμα. Ο Σταυρός απ’ τον τρούλο δείχνει να
«αγιάζει του κόσμου τα πέρατα», να ανοίγει παράθυρο και σε άλλο κόσμο !
Εσωτερικά και οπτικά πάλι, κάτω από τον Παντοκράτορα Χριστό της Αγάπης, οι
άνθρωποι αισθάνονται παιδιά του Θεού, αδέλφια. Η Παναγία στην κόγχη του Ιερού,
οι Άγιοι λίγο πιο κάτω, άνθρωποι μέχρι χτες του «εδώ», αμαρτωλοί αρχικά, όπως
κι εμείς, κάνουν αισθητό το άνοιγμα στο «εκεί» της Βασιλείας ή Κοινωνίας του
Θεού. Η πόλη ανοίγεται και σε έναν άλλο κόσμο, αυτόν στον οποίο πορευόμαστε.
Επί πλέον, οι άνθρωποί της δεν αισθάνονται έρημοι και ορφανοί, αισθάνονται ότι
έχουν Πατέρα και αδέλφια που τους περιμένουν κάπου αλλού ! Ανάλογο σήμα
εκπέμπει το εικονοστάσι στο σπίτι, το κάνει μικρή εκκλησιά, σπίτι τόπο ελπίδας,
σπίτι ανοιχτό στον ουρανό !
Παράλληλα, με την ιερότητα του χρόνου η
Εκκλησία απεγκλωβίζει τις ώρες, τις μέρες, τις εβδομάδες, τους μήνες, το χρόνο
απ’ την αδιέξοδη καθημερινότητα. Κάνει αισθητό στον άνθρωπο ότι η επίγεια ζωή
δεν είναι μόνο χρόνος χρήμα, απολαύσεις, ώρα για σκότωμα ή ψυχρή εκμέτρηση της
αδήριτης πορείας στο θάνατο. Είναι και χρόνος γιορτή, χρόνος χαράς για τη νίκη
της ζωής πάνω στο θάνατο ! Κάθε ώρα, κάθε μέρα, όλο το χρόνο, οι γιορτές του
Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων αποπαγιδεύουν το χρόνο της ζωής απ’ την
εντάφια ημερομηνία του, τον ανοίγουν στον αιώνιο χρόνο της Βασιλείας του Θεού.
Δίνουν ζωή στην ομολογία, «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος
αιώνος» !
Έτσι, οι Ώρες-Τρίτη, Έκτη, Ενάτη,
Απόδειπνο, Μεσονυκτικό-στα Μοναστήρια-Εσπερινός, Όρθρος, και στις πόλεις ή τα
χωριά αγιάζουν το ημερονύκτιο. Οι Άγγελοι τη Δευτέρα, ο Πρόδρομος την Τρίτη, η
Προδοσία την Τετάρτη, οι Απόστολοι την Πέμπτη, το Πάθος την Παρασκευή, η
Θεοτόκος το Σάββατο, η Ανάσταση την Κυριακή, αγιάζουν την εβδομάδα. Οι ακίνητες
γιορτές του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων και οι γύρω απ’ το Πάσχα κινητές
αγιάζουν τον ετήσιο κύκλο της ζωής. Μάταια διαλαλεί το λαϊκό τραγούδι, ότι «όλα
τελειώνουν σήμερα και δεν υπάρχει αύριο», η Εκκλησία απ’ τη γιορτή, κάθε ώρα,
μέρα, εβδομάδα, όλο το χρόνο, επιμένει στη νίκη της ζωής πάνω στο θάνατο, κάνει
αισθητό το υπέροχο αύριο της αιώνιας χαράς του Κυρίου. Και καλεί το χριστιανό
να γευτεί ουράνιες στιγμές του με τις μυριάδες των Αγίων που με το Χριστό τον περιμένουν
στο αιώνιο πανηγύρι της Αγάπης του.
Απλά, πρακτικά και διακριτικά πάντα η
Εκκλησία κάνει στο χριστιανό αισθητή τη «μόνιμη πόλη» του και τον «αιώνιο
χρόνο» της ζωής του. Του θυμίζει αδιάλειπτα ότι στο «εδώ και τώρα» ακολουθεί
ένα άλλης τάξεως «εκεί και πέρα» !
7. Η Κυριακή πιο ειδικά και η Θ. Λειτουργία, η
καρδιά της, αντιπροσωπεύουν μια άλλη δυναμική. Αν με την ιερότητα του χώρου και
του χρόνου η Εκκλησία μας καλεί σε ετοιμότητα για τη μόνιμη πόλη της αιώνιας
Αγάπης του Χριστού, με την Κυριακή και τη Λειτουργία μας καλεί να τη ζήσουμε
«εδώ και τώρα», να ζήσουμε επίγεια και άμεσα, κάποιες στιγμές στο αιώνιο
Πάσχα-πέρασμά- της ! Προσφέρει έτσι πιο άμεση βοήθεια «στη στενή πύλη που
περάσαμε, στην τεθλιμμένη οδό της αληθινής ζωής», που πήραμε. Το ερώτημα είναι
αν το έχουμε συνειδητοποιήσει αυτό, και σε τελική ανάλυση, αν ακούγοντας την
καμπάνα της Κυριακής, μπορούμε να γυρίζουμε από την άλλη μεριά στο κρεβάτι !
Για την Κυριακή ιδιαίτερα, να επισημάνουμε
πρώτα μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. Ουσιαστικά μόνο στην Ελληνική γλώσσα, «η
μία των Σαββάτων» της Ανάστασης του Χριστού, έχει όνομα χριστιανικό, λέγεται
Κυριακή, μέρα του Κυρίου. Στις Ευρωπαϊκές γλώσσες έχει διατηρήσει το
ειδωλολατρικό της όνομα, «μέρα του ήλιου». Και γι αυτό είναι για μας το
εβδομαδιαίο Πάσχα ! Όχι θεωρητικά, αλλά ρεαλιστικά, απ’ τη Λειτουργία όπου
ιερουργούμε, δηλαδή, ζωντανεύουμε, κάνουμε τωρινά τα μεγάλα γεγονότα της ζωής
του Χριστού με κορυφαίο, την Ανάσταση, το Πάσχα της χαράς του και μετέχουμε
άμεσα σ’ αυτά. Προσέξτε, δεν τα θυμόμαστε απλώς, τα ζούμε άμεσα. Νιώθουμε έτσι
ό,τι είπαν, όταν γύρισαν στην πατρίδα τους, πως ένιωσαν οι Ρώσοι απεσταλμένοι
που λειτουργήθηκαν στο ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη-10ος
αιώνας. «Πατούσαμε στη γη, αλλά ήταν σαν να βρισκόμασταν στον Παράδεισο» !
Εβδομαδιαίο Πάσχα λοιπόν η Κυριακή απ’ τη Λειτουργία, επίγεια γεύση της
ουράνιας χαράς του Κυρίου.
8. Και δυο εισαγωγικές παρατηρήσεις για τη
Λειτουργία. Πρώτη, η λέξη Λειτουργία σημαίνει λαϊκό έργο, και για μας, ιερό
έργο που επιτελεί ο πιστός λαός του Θεού με τον ιερέα του. Δεν τελεί τη
Λειτουργία ο ιερέας μόνος, την επιτελεί η ενοριακή κοινότητα ως ενιαίο σώμα
Χριστού με κεφαλή τον ιερέα της. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μόνος ο παπάς δεν μπορεί
να τελέσει τη Λειτουργία. Είναι απαραίτητο να υπάρχει έστω και ένας ακόμα
πιστός ! Αυτό δείχνουν οι αιτήσεις, οι ευχές, οι εκφωνήσεις που είναι γραμμένες
σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο-«του Κυρίου δεηθώμεν», «Σοι την δόξαν αναπέμπομεν».
Αυτό δείχνει εμφανέστατα και ο διάλογος ανάμεσα σε Λειτουργό και Λαό-Ψάλτες-
ακόμα και στο κορυφαίο σημείο της
Λειτουργίας, τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων. Λειτουργός: «Τα σα εκ των σων σοι
προσφέρομεν». Ψάλτης-Λαός: «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν». Επομένως είναι λάθος η
εκφώνηση, «υπέρ των παρακολουθούντων», αντί της σωστής, «υπέρ των
επιτελούντων», γιατί υποβιβάζει την Ακολουθία σε θεατρική παράσταση που δίνει ο
κληρικός με θεατές τους πιστούς.
Και δεύτερη. Στη Λειτουργία ιερουργούμε ως
ενιαίο Σώμα τα μεγάλα γεγονότα της ζωής του Χριστού-Γέννηση, Διδαχή, Σταυρό,
Τάφο, Ανάσταση, Ανάληψή, υπόσχεση της Βασιλείας του. Κατ’ αυτήν ο ίδιος ο
Χριστός έρχεται ολοζώντανος-«Σώμα και Αίμα»- ανάμεσά μας. Αυτός μας διδάσκει,
όπως τότε τους Εβραίους. Αυτός μας καλεί στο υπερώο της Εκκλησίας να
παρακαθίσουμε όπως τότε οι μαθητές του, «συνδαιτυμόνες οι μακαριστοί», στο
Μυστικό Δείπνο του, «Ξενίας δεσποτικής και αθανάτου τραπέζης», όπως λέει ο
ύμνος ! Αυτός μας προσφέρει το ίδιο εκείνο Σώμα και Αίμα Του, «εις άφεσιν
αμαρτιών και ζωήν αιώνιον» !
Απ’ τα λίγα αυτά καταλαβαίνουμε, θαρρώ,
ποια δυναμική αντιπροσωπεύει η Λειτουργία για τον αγώνα του χριστιανού.
Καταλαβαίνουμε, γιατί η είναι η καρδιά της Κυριακής, η καρδιά της Εκκλησίας,
γιατί καλείται ο χριστιανός να κάνει την Κυριακάτικη Λειτουργία ζωογόνο πηγή της χριστιανικής του ζωής,
επίκεντρο της ζωής του.
9. Να προσεγγίσουμε τώρα κάποια βασικά σημεία
της Λειτουργίας. Να πούμε αρχικά ότι διαιρείται σε δυο μέρη, τη Λειτουργία των
Κατηχουμένων, όπου μπορούσαν να είναι παρόντες και οι Κατηχούμενοι, και τη
Λειτουργία των Πιστών, στην οποία μετείχαν μόνο οι Πιστοί. Σήμερα το πρώτο
μέρος λέγεται, Λειτουργία του Λόγου ή του Ευαγγελίου απ’ το κυρίαρχο πνεύμα
του, και το δεύτερο, Λειτουργία της Ευχαριστίας, για την αναίμακτη θυσία της Θ.
Ευχαριστίας, που τελείται κατ’ αυτό. Νωρίς το πρωί, στον Όρθρο, γίνεται η
προετοιμασία των Τιμίων Δώρων, του Άρτου και του Οίνου, η τελετής της
Προσκομιδής, που στο πνεύμα της Λειτουργίας ιερουργεί το γεγονός της Γέννησης
του Χριστού.
Η Θ. Λειτουργία γενικά και το πρώτο μέρος
της πιο ειδικά αρχίζει με την επιβλητική και μεγαλοπρεπή Τριαδική εκφώνηση.
«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός». Είναι το σήμα που μας τονίζει ότι μπαίνουμε
στον υπέροχο κόσμο της Τριαδικής Κοινωνίας Αγάπης, του Πατρός, του Υιού και του
Αγίου Πνεύματος. Κι εμείς, παιδιά του Θεού σπεύδουμε αμέσως απ’ τη φωνή του
Διακόνου να παρακαλέσουμε ειρηνικά τον Πατέρα για την «άνωθεν» ειρήνη, αυτή που
γαληνεύει τις καρδιές, την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου, και για άλλα που
αναφέρονται σε πνευματικές και υλικές ανάγκες μας. Το «Κύριε ελέησον» του λαού
επικυρώνει το κάθε αίτημα και δείχνει από πού περιμένουμε να ικανοποιηθεί.
Επικαλούμενοι τις πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας, επίκληση κορυφαία ανθρώπινη,
και ψάλλοντας τον ύμνο, «ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού» ολοκληρώνουμε τη
σειρά των αιτημάτων μας υπογραμμίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι δεν απευθυνόμαστε σε ένα Θεό που
κατεβάσαμε απ’ το μυαλό μας, αλλά στο Θεό της Τριαδικής Αγάπης που γεννήθηκε
και ως άνθρωπος απ’ την Παρθένο Μαρία.
10. Επόμενο σημείο του πρώτου μέρους. Η ιερή
πομπή με το Διάκονο που κρατάει το Ευαγγέλιο στο ύψος του μετώπου και τους
ιερείς που ακολουθούν αυτή την επίσημη μεταφορά του στην Αγία Τράπεζα. Είναι η
«Μικρή Είσοδος», η ώρα που ο Χριστός έρχεται να διδάξει και σε μας όπως τότε
στους Εβραίους το χαρμόσυνο μήνυμα της Αγάπης του Θεού-το Ευαγγέλιο. Ο Διάκονος
κρατάει το Ευαγγέλιο στο ύψος του μετώπου για να υποδηλώσει ότι ο ίδιος και οι
συνοδοί ιερείς περνούν στη σκιά και φανερώνεται ο Ερχόμενος. Αυτό γίνεται ακόμα
πιο ξεκάθαρο μπρος στην Ωραία Πύλη, όπου στέκεται η πομπή, ο Διάκονος σηκώνει
ψηλά το Ευαγγέλιο, για να το δούμε όλοι, και εκφωνεί. «Σοφία. Ορθοί» ! Δηλαδή.
Αυτό που βλέπετε είναι η μόνη Σοφία, η μόνη Αλήθεια, ο Χριστός ! Υποδεχτείτε τον με το σεβασμό που εκφράζει η
όρθια στάση.
Πράγμα που κάνουμε εμείς κι αμέσως με τον
τρισάγιο ύμνο, «Άγιος ο Θεός», που είναι ομολογία πίστης στον Πατέρα, τον Υιό
και το Άγιο Πνεύμα και αίτηση συγχώρησης, άρα σωτηρίας-«ελέησον ημάς»-
κορυφώνουμε όχι τον απλό, αλλά τον προσκυνηματικό σεβασμό μας στο Θεό. Οπότε
είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε πρώτα το λόγο του απεσταλμένου του
Χριστού-Απόστολος- και κατόπιν τον ίδιο το Χριστό-Ευαγγέλιο- να μας διδάσκουν.
Να μας δίνουν κάθε φορά το σκαλοπάτι που καλούμαστε ν’ ανεβούμε για να γίνουμε
άξιοι της αγάπης του Θεού.
Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται το πρώτο
μέρος της Θ. Λειτουργίας, η Λειτουργία του Λόγου ή του Ευαγγελίου, συχνά με ένα
κήρυγμα που εδώ, στο πρώτο μέρος είναι κανονικά η θέση του. Σήμερα όμως για
λόγους πρακτικούς γίνεται την ώρα του
Κοινωνικού.
11. Το δεύτερο μέρος της Λειτουργίας, η
Λειτουργία της Ευχαριστίας, αρχίζει με την εκφώνηση του Λειτουργού. «Όπως υπό
του κράτους σου πάντοτε φυλαττόμενοι», που είναι η κατάληξη μιας ευχής, που
κακώς, όπως όλες, συνήθως διαβάζεται μυστικά. Οι Ψάλτες αρχίζουν να ψάλλουν το
«Χερουβικό Ύμνο». Πρόκειται για έναν ύμνο που απ’ τα πρώτα λόγια του, «οι τα
Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες», ουσιαστικά προεξαγγέλλει ότι, τα γεγονότα της
ανερμήνευτης Αγάπης του Χριστού-Σταυρός, Τάφος, Ανάσταση-τα γεγονότα της σωτηρίας
μας, στα οποία θα παραστούμε άμεσα στη συνέχεια είναι τόσο συγκλονιστικά που
μπορούν να υμνηθούν επάξια μόνο από αγγελικές δυνάμεις. Επιθυμώντας ανάλογη να
είναι και η δική μας εξύμνηση, παρακαλούμε τον Τριαδικό Θεό να μας ανεβάσει
μυστικά σ’ αυτή την ουράνια τάξη. Γι αυτό και καλούμαστε να αποδεσμευτούμε από
κάθε βιοτική μέριμνα, για να υποδεχτούμε όπως πρέπει το Βασιλιά των όλων που
πορεύεται σ’ αυτή την ανερμήνευτης αγάπης θυσία για τη σωτηρία μας !
Με το τέλος του ύμνου ξεκινάει η ιερή
πομπή με τα Τίμια Δώρα, που λέγεται «Μεγάλη Είσοδος». Αρχίζει έτσι η πορεία του
Χριστού στο Πάθος, το Σταυρό, τον Τάφο, την Ανάσταση. Η τεράστια διαφορά απ’ τα
τότε γεγονότα είναι ότι τώρα δεν τον περιβάλλουν αγριεμένα κι αγνώμονα πλήθη
Εβραίων. Τον συνοδεύουν τιμητικά τάγματα αγγελικά, κι εμείς οι πιστοί ταπεινά,
άφωνοι, κατάπληκτοι για ό,τι πρόκειται να συμβεί, για την αναίμακτη θυσία που
έρχεται να προσφέρει. Δεν ξέρουμε αν αυτή η διαφορά ξαλαφρώνει το βάρος του
σταυρού του. Μέσα στην ιερή σιγή και κατάπληξη η προσοχή μας είναι στραμμένη
στην παράκληση του προπορευόμενου στην πομπή κληρικού να θυμηθεί όλους μας στη
Βασιλεία του ο Χριστός, ο οποίος δεν παύει κι αυτή την ώρα που οδηγείται στον
έσχατο εξευτελισμό του σταυρικού θανάτου να είναι «Κύριος ο Θεός» μας !
12. Να μείνουμε λίγο στην εκφώνηση. «Αγαπήσωμεν
αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν», την πρόταση να αγαπήσουμε ο ένας τον
άλλο για να ομολογήσουμε με ομόνοια και αδελφοσύνη την πίστη μας στην Αγία
Τριάδα με το Σύμβολο της Πίστεως-«Πιστεύω». Οι λειτουργοί ανταλλάσσουν μεταξύ
τους ασπασμό αγάπης, πράγμα που παλιά έκανε όλο το εκκλησίασμα. Επιβάλλεται να
προσέξουμε εδώ ότι η αγάπη προηγείται της ομολογίας της πίστης, ότι η δεύτερη
κατά ένα τρόπο πατάει πάνω στην πρώτη. Αυτό δείχνει ότι δεν μπορεί κανείς να
λέει ότι πιστεύει στο Θεό, αν δεν αγαπά τον αδελφό του. Καθένας μπορεί να κάνει
εδώ τις προεκτάσεις του και στον ευρύτερο χριστιανικό χώρο, κι απ’ το χιλιόχρονο κομμάτιασμα της Εκκλησίας
να αναρωτηθεί αν αγάπη των χριστιανών είναι πιο πάνω απ’ εκείνη των Φαρισαίων,
που θα έλεγε ο Χριστός ! Βέβαια εκείνο που επισημαίνει άμεσα η εκφώνηση
«αγαπήσωμεν αλλήλους» είναι ότι με την προϋπόθεση αυτή μας καλεί ο Χριστός στο
Μυστικό Δείπνο του, όταν αμέσως μετά το «Πιστεύω», προτείνει. «Λάβετε φάγετε,
τούτο μου εστί το Σώμα», «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο μου εστί το Αίμα, το
υπέρ ημών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» ! Και όπου στο άκουσμα των λέξεων,
«Σώμα» και «Αίμα» αντίστοιχα κάνουμε το σημείο του Σταυρού και λέμε μέσα μας
«Αμήν». Ομολογούμε έτσι στο Όνομα της Αγίας Τριάδας ότι όντως και αληθινά
συμβαίνει αυτό.
13. Με τα τελευταία φτάνουμε στο κορυφαίο
σημείο της Λειτουργίας, την τέλεση του Μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας, τον
καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, τη μεταβολή του Άρτου και του Οίνου με τη Χάρη του
Αγίου Πνεύματος σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Η εκφώνηση: «Τα σα εκ των σων, σοι
προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα», μας το αναγγέλλει. «Αντιπροσωπευτικό
δείγμα απ’ τα αγαθά που μας προσφέρεις και μας κρατούν στη ζωή, λέει, σου
προσφέρουμε ως την τέλεια θυσία ευχαριστίας για όλες τις δωρεές σου». Είναι η
ώρα που οφείλουμε να τιμούμε ιδιαίτερα, εσωτερικά με ένταση της προσοχής και
προσευχής και εξωτερικά με βαθιά σιγή και υπόκλιση της κεφαλής ή γονάτισμα. Ο
Λειτουργός γονατιστός μπρος στην Αγία Τράπεζα παρακαλεί το Χριστό με την έντονη
θέρμη που δείχνουν τα τρία αλλεπάλληλα ρήματα με το ίδιο νόημα-«παρακαλούμεν,
δεόμεθα, ικετεύομεν»-να στείλει το Άγιο Πνεύμα να μεταβάλει το Ψωμί και το
Κρασί σε Σώμα και Αίμα Του ! Κι εμείς οι πιστοί-ψάλτες- συμμετέχουμε σ’ αυτή την
έντονη δέηση ψάλλοντας τον ευχαριστήριο ύμνο, «Σε υμνούμεν». Υποδηλώνουμε έτσι
ότι έχουμε βαθιά συνείδηση του τι ακριβώς συμβαίνει !
14. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να θυμίσουμε και
να υπογραμμίσουμε απόλυτα και κατηγορηματικά ότι απ’ εκείνη τη στιγμή τα είδη
του Άρτου και του Οίνου είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Αυτό οφείλει να
το ξεκαθαρίσει μια για πάντα καθένας μέσα του. Δε συμβολίζουν, είναι το Σώμα
και το Αίμα του Χριστού-το ρήμα «εστί», έχει να πει, είναι. Βέβαια το ψωμί και
το κρασί δε χάνουν την ιδιότητα ή τη γεύση τους. Συμβαίνει εδώ ό,τι και στην
Ενανθρώπιση. Ο Χριστός εξωτερικά έδειχνε και ήταν απλός άνθρωπος. Αυτό έβλεπε
κανείς και αυτό ψηλαφούσε. Δεν έπαυε όμως να είναι συνάμα ο Υιός του Θεού και
Θεός αληθινός. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στην Ευχαριστία, όπου έχουμε μια,
ακόμα πιο εκπληκτική όσο και συγκλονιστική προέκταση αυτής της έσχατης
ταπείνωσης του Υιού του Θεού-«κένωσης» που θάλεγε ο Απ. Παύλος της Θεότητας
στην ακόμα πιο μικρή ασημαντότητα του ψωμιού και του κρασιού. Βλέπουμε λοιπόν
και γευόμαστε ψωμί και κρασί, αλλά είναι το ίδιο το Σώμα και Αίμα του Χριστού.
Το θέμα είναι πολύ λεπτό και καίριο για
τον καθένα προσωπικά. Θα πρότεινα μάλιστα να μη διστάζει κανείς να το θέτει και
να το επαναθέτει ανοιχτά μέσα του. Να λέει πρώτα στον εαυτό του με τον Άγιο
Κύριλλο Ιεροσολύμων. «Αυτού ουν αποφηναμένου και ειπόντος περί του άρτου,
‘τούτο εστί το σώμα μου’, τις τολμήσει αμφιβάλλειν λοιπόν; Και αυτού
διαβεβαιωσαμένου και ειρηκότος, ‘τούτο εστί το αίμα μου’, τις ενδοιάσει ποτέ
λέγων μη είναι αυτού το αίμα»; Δηλαδή. «Τη στιγμή που ο ίδιος ο Κύριος
αποφάνθηκε και είπε για το Ψωμί, ‘αυτό είναι το Σώμα μου’, ποιος θα τολμήσει να
αμφιβάλει ότι έτσι είναι; Και, την ώρα που ο ίδιος ο Κύριος διαβεβαίωσε και
είπε για το Κρασί, ‘αυτό είναι το Αίμα μου’, ποιος μπορεί να έχει τον παραμικρό
ενδοιασμό και να πει ότι δεν είναι το Αίμα του»; Και να προσέχει στη συνέχεια
πόσο ρεαλιστικά, γιατί όχι και τολμηρά αντιμετωπίζει ο ίδιος το θέμα. Αποδίδω
σε ελεύθερο νεοελληνικό λόγο. «Μη σου κάνει εντύπωση, γράφει, που η φυσική
κατάσταση του Ψωμιού και του Κρασιού δεν αλλάζει. Ο Χριστός και Κύριος
αποφάσισε και είπε, ότι είναι αντίστοιχα το Σώμα και το Αίμα του. Κι αν η
φυσική αίσθηση σου θυμίζει ψωμί και κρασί, η πίστη ας σε βεβαιώνει ότι όντως είναι
αυτό που λέει ο Χριστός. Μη συμπεραίνεις
απ’ τη γεύση, πληροφορήσου χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό απ’ την πίστη, ότι
αξιώθηκες να κοινωνήσεις το Σώμα και το Αίμα Χριστού». Και ν’ αφουγκράζεται την
απάντηση που έρχεται απ’ τα βάθη του είναι του πριν πάει να κοινωνήσει !
15. Να ολοκληρώσουμε την αναφορά μας στο Μέγιστο
αυτό Μυστήριο και Θαύμα, τη Θ. Ευχαριστία με κάτι που μπορεί ίσως να αποτελέσει
αφορμή για μια πιο βαθιά διείσδυση στην ουσία του. Το ψωμί και το κρασί είναι
αντιπροσωπευτικά είδη των υλικών αγαθών που μας χαρίζει ο Θεός και ζούμε. Όπως
μας υπέδειξε ο Χριστός, του τα προσφέρουμε και τον ευχαριστούμε για το ότι μας
κρατούν στη ζωή. Συνάμα όμως διαπιστώνουμε ότι τελικά πεθαίνουμε, που σημαίνει
ότι, η δυνατότητα ζωής που προσφέρουν τα υλικά αγαθά είναι περιορισμένη, έχει
όριο το φυσικό θάνατο. Αλλά εμάς μας ενδιαφέρει, η ζωή που δεν τελειώνει, που
δεν έχει φυσικό όριο το τάφο, η αιώνια ζωή. Αυτήν, πάλι κατά το λόγο του
Χριστού την κερδίζει όποιος κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του. Με αντιπροσφορά
λοιπόν αυτή τον ευχαριστούμε γι αυτά τα δώρα που μας κρατούν στη ζωή και
παράλληλα τον παρακαλούμε να μας τα αντιπροσφέρει κι Εκείνος μεταστοιχειωμένα
σε θεία δώρα, σε Σώμα και Αίμα του, δώρα που παρέχουν αιώνια ζωή ! Προσφέρουμε
υλικά και φθαρτά δώρα και δεχόμαστε θεία και άφθαρτα, δώρα ζωής αιωνίου. Αυτό
είναι ένα κλειδί που μας ανοίγει στα μυστικά βάθη του Μυστηρίου της Θ.
Ευχαριστίας, στο έσχατο μεγαλείο Θείας Αγάπης. Βοηθάει ίσως να καταλάβει κανείς
τι και γιατί κοινωνεί ! Κατά προέκταση, γιατί αξίζει να στηρίζει τη ζωή του σ’
Αυτόν που νίκησε το θάνατο και όχι στα
υλικά αγαθά !
16. Η Λειτουργία ολοκληρώνεται με τη Θεία
Κοινωνία. Ο Λειτουργός υψώνει τον Άγιο Άρτο, το Σώμα του Χριστού και εκφωνεί.
«Πρόσχωμεν. Τα Άγια τοις Αγίοις». Που θα πει. «Ας προσέξουμε. Αυτό που βλέπουμε
είναι ό,τι το Αγιότερο. Επομένως μπορούν να το κοινωνήσουν μόνο όσοι είναι
Άγιοι» ! Με άλλα λόγια μας επισημαίνει κάτι απόλυτα αληθινό, αλλά εμμέσως και
απαγορευτικό, αφού σε τελική ανάλυση θυμίζει, ότι όλοι ως αμαρτωλοί που είμαστε,
δεν μπορούμε να κοινωνήσουμε ! Σ’ αυτό ξεπερνώντας, να πούμε έτσι την πρώτη
έκπληξη, εμείς-Ψάλτες- απαντάμε: «Ένας είναι ο μοναδικά κι απόλυτα Άγιος και
Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, που είναι η δόξα του Θεού και Πατέρα». Με άλλα λόγια,
γνωρίζουμε και ομολογούμε ότι ο Χριστός είναι ο μόνος Άγιος και Κύριος και ότι
όλοι εμείς είμαστε αμαρτωλοί. Γνωρίζουμε όμως και ότι για μας τους αμαρτωλούς
Αυτός θυσιάστηκε και δόξασε μ’ αυτή την ανερμήνευτη αγάπη το Θεό Πατέρα. Θα
πλησιάσουμε λοιπόν και θα κοινωνήσουμε για να συγχωρεθούμε-«εις άφεσιν
αμαρτιών»-να κερδίσουμε έτσι «ζωήν την
αιώνιον». Ο ωραιότατος αυτός διάλογος επισημαίνει δυο πράγματα. Ότι δεν μπορεί
να πηγαίνει κανείς να κοινωνήσει όπως-όπως. Και ότι, κι αν ακόμα έχει κάνει την
καλύτερη προετοιμασία, οφείλει να έχει
την αίσθηση ότι δεν παύει να προσέρχεται να κοινωνήσει ως αμαρτωλός και
ανάξιος.
Μετά τη Θ. Κοινωνία ο Λειτουργός υψώνει το
Άγιο Ποτήριο και εκφωνεί. «Πάντοτε, νυν και αεί». Αυτή είναι η στιγμή της
Ανάληψης του Χριστού, της ευλογίας και της υπόσχεσης της Βασιλείας του και σε
μας, όπως τότε στους Μαθητές του. Αυτό ουσιαστικά ομολογούμε και βεβαιώνουμε
απ’ την καρδιά μας ψάλλοντας τον ύμνο. «Είδαμε το αληθινό φως, λάβαμε απ’ το
Σώμα και το Αίμα του Χριστού το Άγιο Πνεύμα». Επιβεβαιώσαμε λέμε ακόμα μια φορά
ότι όντως «η μόνη αληθινή και σωτήρια πίστη είναι η προσκύνηση της Αγίας
Τριάδας». Έτσι «ευλογώντας το Όνομα του Κυρίου», απολυόμαστε ειρηνικά βέβαιοι
ότι ο Χριστός είναι η Αλήθεια και η Ζωή ! Η ζωή της Αγάπης που καλούμαστε να
δείξουμε στην πράξη όλη την εβδομάδα που ακολουθεί ! Με τα τελευταία γίνεται
φανερό ποιο είναι το κέρδος συνάμα και το χρέος μας απ’ τη μετοχή μας στην
Κυριακάτικη Λειτουργία !
17. Ύστερα από όσα είπαμε αξίζει να θυμόμαστε,
πριν, πρώτα και πέρα απ’ όλα ότι, η χριστιανική ζωή προϋποθέτει πάντα το «όστις
θέλει» της ελευθερίας του ανθρώπου, γιατί «ο Θεός δεν εξαναγκάζει κανένα να τον
αγαπήσει» ! Ότι είναι «πόρτα στενή και δρόμος δύσκολος ως σταυρικός». Δρόμος
μοναδικός όχι όμως αδιάβατος. Δεν είναι αδιάβατος, γιατί δεν είναι δρόμος
μοναχικός ! Δεν είναι δηλαδή δρόμος που ο χριστιανός θα τον βαδίσει μόνος κι
αβοήθητος, αλλά με ακαταγώνιστο συμπαραστάτη το Χριστό. Ότι, η συμπαράσταση
αυτή δεν είναι ποτέ αναγκαστική χειραγωγία. Η Εκκλησία απλά και διακριτικά,
αλλά αδιάλειπτα απ’ την ιερότητα του χώρου και του χρόνου θυμίζει στο χριστιανό
πως το επίγειο «εδώ και τώρα» ακολουθείται απ’ το ουράνιο «εκεί και πέρα» της
αιώνιας αγάπης του Χριστού. Συνάμα, πιο δυναμικά και άμεσα απ’ τη Λειτουργία
της Κυριακής, το εβδομαδιαίο Πάσχα της, και Πάσχα του, τον καλεί σε άμεση και
ζωντανή κοινωνία με το Χριστό, σε γεύση στιγμών της ουράνιας χαράς του. Τον
καλεί να ανανεώνει τις ελπίδες του και να κρατάει σταθερά τη ζωή του σε γραμμή
πορείας Αγάπης σαν εκείνης του Χριστού !
Αυτά δείχνουν
αρκετά καθαρά, γιατί καλείται καθένας μας να κάνει τη Λειτουργία της Κυριακής
ζωογόνο επίκεντρο της ζωής του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου