Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΤΟ ΒΗΜΑΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ



ΣΤΟ  ΒΗΜΑΤΙΣΜΟ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ  ΤΩΝ  ΤΡΙΩΝ  ΙΕΡΑΡΧΩΝ

ΑΘ.  ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

α.   «Ο Μ. Βασίλειος είχε αφιερώσει τη μεγάλη καρδιά του, στο Θεό, στη φύση, και στους γύρω του ανθρώπους, στους φτωχούς, και στους άρρωστους». Αυτή η επισήμανση του Ακαδημαϊκού Π. Κανελλόπουλου, που καλύπτει ασφαλώς και «τους Τρεις μεγίστους φωστήρας της Τρισηλίου Θεότητος», αναδείχνει το Σταυρό της Αγάπης τους, και τους κάνει επίκαιρους ως, «μορφές που ενσαρκώνουν κάτι πιο σπουδαίο από τον τύπο του απλού σοφού, του απλού αγίου ή ασκητή, του απλού κοινωνικού εργάτη ή επαναστάτη. Ενσαρκώνουν τον τύπο του καινούργιου ανθρώπου του Χριστού… τον τύπο του αληθινού ανθρώπου»-Λεβ Ζιλλέ
β.   Σε χαιρετισμό μνήμης σημερινής χριστιανής διαβάζω: «Ψυχή ευγενική, ακούραστη στο έργο της αγάπης, ζούσε τα προβλήματα και τον πόνο των δοκιμαζομένων συνανθρώπων της  ακόμα και τους τελευταίους μήνες της ζωής της, που η ανίατη ασθένεια την είχε καθηλώσει στο κρεβάτι του πόνου ... Μια ζεστή σούπα στον άρρωστο, ένα γλυκό φτιαγμένο από τα χέρια της έφευγαν διακριτικά από το σπίτι να ανακουφίσουν, να βοηθήσουν». Ανιχνεύω «τα έργα» που θέλει ο Ψαλμός να «ακολουθούν τους μακάριους εν Κυρίω αποθνήσκοντες», .τη «δια της αγάπης ενεργούμενη πίστη» ! Ανιχνεύω το ουσιαστικό όλον της Εκκλησίας από βηματισμό στην Ορθοδοξία των Τριών Ιεραρχών !
     Ας μην εκληφθούν όσα ακολουθούν συμβατικές σκέψεις ενός θεολόγου, αλλά  υπαρκτικοί  προβληματισμοί ενός σημερινού χριστιανού, που στέκει «εν σιγή» μπρος σ’ αυτά τα εκπληκτικά αγιώνυμα εκκλησιαστικά μεγέθη, και θέλει με μια «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι» αγωνία να τα παρεμβάλει στην εποχή μας. Μια εποχή που απώθησε την Εκκλησία στο περιθώριο, και απογύμνωσε την ψυχή του ανθρώπου από τα σύμβολα της άνω αναφοράς, εγκλωβίζοντάς την σε γεωκεντρικά σχήματα ορθολογιστικών ρυθμίσεων. Όπου, η πολιτική, «αυτό το αφιόνι της μεταφυσικής αποχαύνωσης των μαζών, ιδιαίτερα των διανοουμένων»-Χ. Γιανναράς-και ο οικονομικός ολοκληρωτισμός θολώνουν το νου και πλακώνουν την καρδιά. Αλλά, και όπου, η θεολογική-εκκλησιαστική πλευρά, αντί του δικού τους Σταυρού της Αγάπης, στο όνομα «της στροφής στην Ορθοδοξία»-«μιας μίμησης των τύπων εκφράσεως του βυζαντινού παρελθόντος»-Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης-διακυμβαλίζει «ως ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και πνευματικότητα» κάποια «σταυρικά υποκατάστατα», και τελευταία νεογιλοί του χώρου επιδίδονται σε μια Αντί-Δυτική αφοριστική υστερία, που υποβιβάζει την Ορθοδοξία σε επίπεδο «Αντί-Δύσης» !


**********
     Ας προσεγγίσουμε όμως το περιεχόμενο του δίδυμου, «ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και πνευματικότητα». Είναι, θαρρώ, γενικά αποδεκτό ότι λέγοντας «ορθόδοξη αυτοσυνειδησία», αναφερόμαστε στη βαθιά αίσθηση ότι ανήκουμε στην «Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία», ως την ανόθευτη συνέχεια της «Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας» των οκτώ πρώτων αιώνων. Μια αίσθηση βεβαιούμενη ιστορικά, και αναζωπυρούμενη κάθε φορά που στη Λειτουργία απαγγέλλουμε-ομολογούμε το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως απαραχάρακτο ! Και, πολλοί σφραγίζουν με την κορυφαία ιερότητα, το σημείο του Σταυρού, την απαγγελία του άρθρου, «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Με τον όρο «ορθόδοξη πνευματικότητα», όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Γιατί εδώ έχει αναδειχτεί «η πρώτη και μεγάλη εντολή«Να αγαπήσεις με όλη την καρδιά και την ψυχή σου το Θεό», και έχει παρασιωπηθεί «η Δευτέρα», που, «ομοία αυτή εστί: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Και, κάνουμε πως δε βλέπουμε την υπογραφή και σφραγίδα του Χριστού: «Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς άπας ο νόμος και οι προφήται κρέμανται». Σε τρέχουσα γλώσσα, η «ορθόδοξη πνευματικότητα» είναι «πακέτο»δεν είναι «πουκάμισο αδειανό», ούτε γεμίζει με «σταυρικά υποκατάστατα», αλλά με συν-αμφότερα, «Αγάπη στο Θεό και τον πλησίον», και, «άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων», που λέει ο Δημοσθένης.
    Στο θέμα αυτό ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει: «Δευτέρα δε ομοία αυτή, αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. «Αύτη-η αγάπη στον πλησίον-εκείνην προοδοποιεί-ανοίγει το δρόμο σ’ εκείνη, την αγάπη στο Θεό-και απ’ αυτής συγκροτείται πάλιν-και από αυτήν αποκτά υπόσταση». Και ο Ευθύμιος Ζυγαβηνός προσθέτει: «Αλληλοχωρούνται και φεράλληλοι εισίν αι δύο». Απηχώντας δε πνεύμα Ευαγγελιστή Ιωάννη, προσθέτει: «Και γαρ … ο μη αγαπών τον πλησίον, ουδέ τον Θεόν αγαπά, παραβαίνων την εντολήν αυτού»!
     Πολύ νωρίτερα, βέβαια, ο Απ. Παύλος θεωρεί την Αγάπη στον πλησίον ανώτερη από όλα τα θεία χαρίσματα, επίγεια και ουράνια-γλώσσες, ανθρώπων και αγγέλων, προφητικό, πίστη που επιτελεί θαύματα, μαρτύριο… Και καταθέτει τις προδιαγραφές της: «Μακρόθυμη, καλοσυνάτη, χωρίς κομπασμό, υπερηφάνεια, ζήλεια, αγάπη που ξεχνάει το κακό που της κάνουν … εμπιστεύεται, ανέχεται, ελπίζει, υπομένει τα πάντα». Για να καταλήξει στο περίφημο: «Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα, μείζων δε των τριών τούτων η αγάπη», η οποία, μάλιστα, «ουδέπτε εκπίπτει». Γι αυτό: «Μηδενί μηδέν οφείλετε, ει μη το αγαπάν αλλήλους», τονίζει. Κι αν ολοκληρώσουμε με την εντολή του Χριστού: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών», θα εννοήσουμε και ότι η υπόθεση δεν είναι «παίξε-γέλασε», και ότι Εκκλησία-Ορθοδοξία και ορθόδοξος χριστιανός χωρίς αντίκρισμα στο αδιαίρετο και αχώριστο δίδυμο, «αγάπη στο Θεό, συνάμα και τον πλησίον» είναι άγνωστο είδος ! Αυτό είναι το καίριο, προέχον και κατεπείγον σήμερα ! Και, αυτής της Ορθοδοξίας οριακοί πρωτοπόροι είναι διαχρονικά οι Τρεις Ιεράρχες, ως Εκκλησιαστικοί Ηγέτες:
α. Ανοιχτού ορίζοντα ! Καθώς έζησαν μέσα στο «αχανές και χάος», της αρχαίας ειδωλολατρίας, «χωρίς φοβία, που είναι αρρώστια, αλλά με γνήσιο φόβο Θεού, που είναι υγεία, πηγή δημιουργίας και ζωής». Και, έκαναν λαμπρές Πανεπιστημιακές σπουδές, που θα λέγαμε σήμερα, οι, Βασίλειος και Γρηγόριος στην Αθήνα, καρδιά και τότε της αρχαίας ειδωλολατρίας, και κατέκτησαν με το ήθος τους τις καρδιές καθηγητών και συμφοιτητών ζώντας ως αληθινοί χριστιανοί, πριν να έχουν βαπτιστεί ακόμα ! Και σε εποχή, που όχι αδικαιολόγητα ως ένα βαθμό-το αίμα των Μαρτύρων ήταν ακόμα ζεστό-πολλοί χριστιανοί θεωρούσαν κάθε τι το ειδωλολατρικό ως μίασμα-«Την έξωθεν γνώσιν διαπτύουσιν ως επίβουλον και σφαλεράν και πόρρω Θεού βάλλουσαν»-Γρηγόριος. Και όχι μόνο, αλλά και κινούμενοι έξω από μικρόνοες περιχαρακώσεις συσχέτισαν την αρχαία σοφία με τη σοφία του Θεού-«Προς τους νέους όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων»-Μ. Βασίλειος. Και ο Ιωάννης άριστες Νομικές σπουδές κοντά στον ονομαστό ειδωλολάτρη Ρήτορα Λιβάνιο, που φέρεται να είπε ότι, «θα τον άφηνε διάδοχό του στη Σχολή, αν δεν του τον είχαν κλέψει οι χριστιανοί», αλλά και να αναφώνησε με θαυμασμό: «Πόσο σπουδαίες είναι οι γυναίκες των χριστιανών», όταν άκουσε πώς η μητέρα του, χήρα από είκοσι χρονών με αυτόν μωρό, ζούσε άλλα είκοσι χρόνια ως τότε με ασκητική εγκράτεια, αφοσιωμένη στην ανάδειξη του γιου της.
β.  Κορυφαίας και ουσιαστικής αρετής. Διέκριναν ότι, οι σπουδές τους αντιπροσώπευαν την ανθρώπινη πλευρά της γνώσης, που χωρίς τη θεία είναι ελλιπής και μετέωρη. Και δεν προχώρησαν στην ειδωλοποίησή της, όπως κάνουν σήμερα πολλοί, που θεωρούν την επιστημονική γνώση το παν. «Αναχώρησαν» για «μεταπτυχιακές» σπουδές στο «Πανεπιστήμιο της Ερήμου», στον Πόντο οι δύο πρώτοι, σε σπηλιά κοντά στην Αντιόχεια ο τρίτος, όπου προσευχήθηκαν, μελέτησαν τη Γραφή, άσκησαν την αρετή, και αρίστευσαν στη βίωση της φιλοσοφίας του Αγίου, που είναι, «η μόνη ασφαλής τε και ξύμφορος»-Ιουστίνος. «Έμοιασαν σ’ αυτό με τους μαθηματικούς της εποχής μας, οι οποίοι χωρίς να περιφρονούν την πρακτική αριθμητική, χρησιμοποιούν το μαθηματικό λογισμό και προωθούν τη σκέψη στην ουσία των προβλημάτων, που αλλιώς μένει απροσπέλαστη. Δεν περιφρόνησαν τον ανθρώπινο λόγο, δεν τον εχθρεύτηκαν, ούτε τον φοβήθηκαν… Ανέπτυξαν όλες του τις δυνατότητες, αλλά τελικά τον υπερέβησαν, θεωρώντας τα μεγάλα προβλήματα της ύπαρξης από τη διάσταση του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού. Με αυτό τον τρόπο πέτυχαν όχι έναν τυπικό ιστορικό συμβιβασμό, αλλά μια αληθινή μεταμορφωτική πρόσληψη του ανθρώπινου από το θείο Λόγο»-Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος.
γ.   Και ευτυχώς ! Δεν τους κέρδισε η έρημος, αλλά ο κόσμος ! Η Έρημος τους εξόπλισε με θεία γνώση και κορυφαία αρετή και προχώρησαν στο πιο αποφασιστικό βήμα. Έζησαν μέσα στον κόσμο και έδειξαν την πίστη ως θυσιαστική αυταπάρνηση για τον άλλο. Δεν παρέμειναν, οι δυο πρώτοι στην παραδείσια ασκητική γαλήνη του Πόντου, και ο τρίτος στην αντίστοιχη της σπηλιάς. Εξοπλισμένοι και με θεία γνώση και αγιασμένοι, καινούργιοι άνθρωποι του Χριστού, ευλόγησε ο Θεός να αγωνιστούν μέσα στον κόσμο από υψηλά μετερίζια και να ανοιχτούν λόγω τε και έργω στην  Ορθοδοξία του ατόφιου Σταυρού της Αγάπης !
     Ο Βασίλειος αλληλογραφεί και με τον ειδωλολάτρη ρήτορα Λιβάνιο, και με τον παλιό φίλο και συμφοιτητή στην Αθήνα Ιουλιανό, τον οποίο όμως δε διστάζει να ελέγξει αυστηρά, όταν φόρεσε την πορφύρα της αποστασίας και επεδίωξε «να αναστήσει την Ελλάδα των αρχαίων θεών» ! Παράλληλα δείχνει την πίστη ως ωκεανό αγάπης για όλους, ως κοινωνική διακονία, ως  θυσιαστική προσφορά, ως «πολιτεία της αγάπης», «Βασιλειάδα», πτωχοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, νοσοκομείο, ακόμα και λεπροκομείο. Στο οποίο, «και με τα χείλη του τιμούσε την αρρώστια τους …ασπαζόμενος αυτούς τους άρρωστους αδελφούς, για να δίνει μ’ αυτή τη σιωπηλή, μα τόσο εύγλωττη παραίνεση θάρρος στους άλλους, να μη φοβούνται να πλησιάσουν τα λιωμένα κορμιά τους, να τα φροντίσουν… Πρώτη φροντίδα και μέλημά του νύχτα-μέρα ήταν αυτοί οι άρρωστοι, και η ανακούφιση των πληγών τους, αυτή η εκπληκτικά ιδιότυπη μίμηση του Χριστού ! Φυσικά δεν είχε τη δύναμη Εκείνου να καθαρίσει με ένα λόγο τη λέπρα τους, προσπαθούσε όμως να τους ανακουφίζει με το έργο της αγάπης των χεριών του», γράφει ο Γρηγόριος.
     Ο οποίος δε διστάζει να πάει να μιλήσει «για τη Θεότητα του Λόγου» στην αλωμένη από τους Αρειανούς Κωνσταντινούπολη, όπου γίνεται στόχος συκοφαντιών, χειροδικιών, και οδηγείται στις αρχές ως «στάσεως αίτιος». Ούτε διστάζει να παραιτηθεί ο γενναίος αυτός της ταπείνωσης από τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Βασιλεύουσας για την ειρήνη της Εκκλησίας, όταν αργότερα μικρόψυχοι «αδελφοί» επίσκοποι τον πότισαν με το κώνειο της αμφισβήτησης.
      Όσο για τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, δε θέλγει μόνο και αναπαύει ψυχές με το χρυσό λόγο του, αλλά και τρέφει σε ημερήσια βάση τρεις χιλιάδες πενόμενους ως ιερέας ακόμη στην Αντιόχεια, για να ανεβάσει ως Αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινούπολης σε εφτά χιλιάδες αυτούς που περίμεναν να κρατηθούν στη ζωή από το σιτηρέσιο της αγάπης του. Σε απόσπασμα Λόγου Θεοδώρητου Κύρου σωζόμενο στη «Βιβλιοθήκη ή Μυριόβιβλο» του ιερού Φωτίου διαβάζουμε: «Τον αρπάζει ένας, τον τραβάει, βοήθεια του ζητεί, δικάζεται άλλος, συνήγορο τον καλεί. Πεινάει ο  τρίτος, τον ικετεύει για τροφή, γυμνός ο τέταρτος, ρούχο του ζητεί. Μένει γυμνός εκείνος, και τα ρούχα του παραχωρεί. Για παρηγορητή στο πένθος άλλος τον καλεί, κάποιος πιο πέρα φωνάζει, «ελευθέρωσέ με από τα δεσμά της φυλακής. Ο άρρωστος ζητεί να τον επισκεφτεί, ο ξένος παρακαλεί στέγη να του βρει, την ίδια ώρα φτάνει άλλος και για το χρέος του θρηνολογεί. Στέλνει κάποιος και τον καλεί στο σπίτι να ’ρθει, έχει λέει διχόνοια, τον θέλει συμφιλιωτή. Ο δούλος δεν έχει άλλο προστάτη, σ’ αυτόν καταφεύγει για τη σκληρότητα του κυρίου του να παραπονεθεί. Χήρα ελεημοσύνη του ζητεί, την ακολουθεί άλλη που για τα ορφανά της θρηνεί. Μύριες οι περιπτώσεις καθημερινά, κι εκείνος δεν παύει να ενδιαφέρεται, να φροντίζει για κάθε μια χωριστά…. Αν μετρηθεί ο χρόνος όλης του της ζωής, όχι της αρχιεροσύνης μοναχά, που διέθεσε για κάθε περίπτωση, ούτε λεπτό δε θα βρεθεί να του έχει διαφύγει, χωρίς κάποια σωτήρια πράξη να έχει επιτελέσει, χωρίς να έχει προσφέρει απλόχερα στους ανθρώπους αγάπη πολλή».  
     Παράλληλα, ακέραιος και ασυμβίβαστος σε θέματα πίστης και ήθους των ποιμένων της Εκκλησίας, την καθαρίζει από όχι λίγους ανάξιους επισκόπους.. Ενώ, αδούλωτος απέναντι στην κρατική εξουσία, ελέγχει τη ματαιοδοξία, την πλεονεξία, τη χρυσό-μανία της αυτοκράτειρας. Και, αλύγιστος παίρνει το δρόμο της εξορίας, που του επιδικάζει η μικρόψυχη επισκοπική και αυλική καμαρίλα-«Συνόδου της παρανόμως συγκροτηθείσης», Φώτιος-και περνάει ορθός μετά από μαρτυρικές ταλαιπωρίες τριών χρόνων στην όγδοη μέρα του Κυρίου του, σφραγίζοντας την επίγεια έξοδό του με την ευχαριστία: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» !
     Μετά από τούτα τα ενδεικτικά μόνο της ζωής και του έργου τους εκπλήσσει, αν δεν προκαλεί απορίες το γεγονός ότι: Αυτά τα εκπληκτικά εκκλησιαστικά μεγέθη Ορθοδοξίας ατόφιου Σταυρού Αγάπης, και θυσιαστικού αγώνα μέσα στον κόσμο, έχουν περάσει σε δεύτερο πλάνο τα τελευταία χρόνια και έχει αποκηρυχτεί το όραμά τους και η δοκιμή του, που προς τιμήν του πρώτου από τους Τρεις θα ονομάζαμε «Βασιλειανό μοντέλο Ορθοδοξίας» ! Και διά-κυμβαλίζονται προφορικά, γραπτά και ηλεκτρονικά ως πρόταση ορθόδοξης ζωής σήμερα διάφορα σταυρικά υποκατάστατα και βυζαντινές γραφικότητες !
     Λίαν εύγλωττα, λοιπόν, και έγκυρα ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν παρατηρεί εδώ: «Ένας καθηγητής μου είχε γράψει κάποτε. ‘Πού είναι ο Χριστός, που είναι οι Απόστολοι, πού είναι η Εκκλησία; Όλα έχουν σκοτεινιάσει κάτω από την τεράστια σκιά του Γέροντα»-«Ημερολόγιο»-σ.423. Και μοναχή Γαβριηλία επισημαίνει: «Η ροή της αγάπης να μη μας φύγει, όχι η ησυχία μας ! Η ροή της αγάπης να μη μας αφήσει». Ενώ δεν έχει άδικο ο αμφισβητίας της Εκκλησίας που αποφαίνεται: «Ο λόγος των ανθρώπων που κάθισαν, κανείς δεν ξέρει πώς, με όλη τους την άνεση επάνω στο Σταυρό του Χριστού, δεν μπορεί να έχει πια καμιάν απήχηση» ! 
*********
     Τώρα, να ανθολογήσουμε κάποια άνθη από το περιβόλι αυτών των «θεηγόρων οπλιτών παρατάξεως Κυρίου», ξεκινώντας από αυτά για να την ασκητική-παρθενική ζωή, που ας το πω λαϊκά, την έζησαν ως το κόκκαλο, για να μπουν μερικά πράγματα στη θέση τους. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι ο ίδιος ο Χριστός θέλει την Ελεημοσύνη-την αγάπη σε όποιον υποφέρει- ανώτερη από την ασκητική-παρθενική ζωή ! «Και αυτός ο Χριστός δεικνύς όσω μείζω παρθερνίας  ελεημοσύνη», παρατηρεί-«περί Ελεημοσύνης»-και γίνεται πιο εκτενής στην ομιλία για την «Παραβολή των Δέκα Παρθένων». Και, δεν παραπέμπω στο Όσιο Ρωμανό το Μελωδό, που τον αντιγράφει σχεδόν επί λέξει στο ομώνυμο Κοντάκιό του, και γίνεται καταιγιστικός στην κριτική του χώρου. Παραθέτω μόνο τις εξηγήσεις του μεγάλου Ιεράρχη: 
1.   Η ασκητική ζωή, λέει, είναι η φλόγα, και η ελεημοσύνη το λάδι της ! Και όπως η φλόγα σβήνει, αν δεν τροφοδοτείται σιγά-σιγά με λάδι, έτσι και η ασκητική ζωή σβήνει, αν δεν έχει ελεημοσύνη. «Ώσπερ ουν το πυρ εάν μη έχη έλαιον επιστάζον, αφανίζεται, ούτω και η παρθενία, εάν μη έχη ελημοσύνην, σβέννυται».  2.   Ακόμα πιο ξεκάθαρα: «Καλόν η παρθενία και υπέρ την φύσιν το κατόρθωμα. Αλλά, το καλόν τούτο, και μέγα, και υπέρ την φύσιν, αν μη φιλανθρωπίαν έχει συνεζευγμένην, ουδέ επιβαίνειν των του νυμφώνος προθύρων δυνήσεται» ! 3.   Στα αθλήματα της αρετής υπάρχει διαβάθμιση. «Και μάλα εικότως, ο μεν παρθενεύων και νηστεύων, εαυτώ χρήσιμος, ο δε ελεών, κοινός εστί των ναυαγούντων λιμήν, τας των πλησίον διορθούμενος πενίας και τας ετέρων λύων ανάγκας. Των δε κατορθωμάτων, εκείνα μάλιστα ευδοκιμείν είωθεν, άπερ αν προς το συμφέρον ετέροις γίνεται». 4.   «Η δαψιλής ελεημοσύνη, το κεφάλαιον των ημετέρων αγαθών, η σωτηρία των ημετέρων ψυχών» ! 5.   Και ίσως το πιο σπουδαίο και ενδιαφέρον. Ο Απ. Παύλος-λέει πάντα ο ιερός Χρυσόστομος-θεωρεί τη «Λογία», τη χρυσή αλυσίδα, αγάπη, ελεημοσύνη, φιλανθρωπία, κοινωνική προσφορά, πράξη ισάξια, αν μη και ανώτερη από το θαύμα ! «Ουδέ γαρ ενταύθα εντολήν εκάλεσεν-εννοεί τη «Λογία»-ουδέ ελεημοσύνην, αλλά Χάριν, δεικνύς ότι, καθάπερ νεκρούς εγείρειν, και δαίμονας ελαύνειν, και λεπρούς καθαίρειν χάριτος έργον εστίν, ούτω και πενίαν διορθούν, και τοις δεομένοις χείρα ορέγειν, και πολλώ μάλλον, τούτο ή εκείνο». Που θα πει. «Ούτε, βέβαια, εδώ ονόμασε εντολή, ούτε ελεημοσύνη-τη «Λογία»-αλλά θεία Χάρη, δείχνοντας ότι, όπως η ανάσταση των νεκρών, η εκδίωξη των δαιμόνων, η κάθαρση και ίαση των λεπρών είναι έργο της Χάρης τέτοιο είναι και η προσπάθεια αλλαγής στο καλύτερο της κατάστασης των φτωχών, το να απλώνει κανείς χέρι βοηθείας στους ενδεείς, μάλιστα καλύτερο από εκείνο».. Τέλος 6.   Ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει: «Γνωρίζω πολλούς που νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν, οδύρονται  για τις αμαρτίες τους, επιδείχνουν όλη αυτή την ανέξοδη ευσέβεια-«πάσαν την αδάπανον ευλάβειαν ενδεικνυμένους»-αλλά αδιαφορούν για τους φτωχούς και τους πονεμένους». Και αναρωτιέται: «Σε τι τάχα μπορεί να τους ωφελήσει όλη αυτή η αρετή;»-«Προς πλουτούντας».
     Είναι, δηλαδή, απόλυτα ξεκάθαροι ως προς την προοπτική και τη δυναμική της ασκητικής-μοναστικής ζωής. Τη θεωρούν μεγάλο εκπαιδευτήριο πνευματικού εξοπλισμού στο χρέος του σταυρού της αγάπης για τον άνθρωπο. Τη συσχετίζουν με τις σαράντα μέρες του Χριστού στην έρημο, και την κατοπινή εξόρμησή του με το Σταυρό στον ώμο ! Κινούνται στους αντίποδες «της τεράστιας σκιάς του Γέροντα, κάτω από την οποία έχουν σκοτεινιάσει όλα». Με δεδομένο μάλιστα ότι, διέθεσαν και τη μεγάλη περιουσία τους στο έργο κοινωνικής διακονίας της Εκκλησίας, και αρχοντόπουλα αυτοί, ακολούθησαν τον Απ. Παύλο στο: «Έχοντες τροφάς και  σκεπάσματα τούτοις αρκεσθησόμεθα», καρφώνουν κατάστηθα τους σημερινούς τάχα μου κοινωνικούς επαναστάτες του, «πάρτε τα-βία-να έχουν όλοι», αντί του, «δώστε-ελευθερία της αγάπης-να ζήσουν όλοι» ! Και βέβαια, όχι λιγότερο τους μικρούς και μεγάλους χρυσό-μανικούς και χρυσοκάνθαρους του εκκλησιαστικού χώρου.
     Έτσι μάχιμοι στην πρώτη γραμμή σε θέματα ορθής πίστης, τολμούν να την καταθέσουν και ως δυναμική της αγάπης μέσα στον κόσμο. «Χωρίς φοβίες, που είναι αρρώστια, αλλά με γνήσιο φόβο Θεού, που είναι υγεία, πηγή δημιουργίας και ζωής», καταπιάνονται με γνήσιο πάθος με την αντιμετώπιση της φτώχειας-των κοινωνικών προβλημάτων, που θα λέγαμε σήμερα-για να μην «αποκοπεί η Εκκλησία από τη ζωή»-π. Γ. Φλορόφσκυ. Η Ελεημοσύνη, ως έκφραση του χρέους της Φιλανθρωπίας είναι γι αυτούς, «η βασίλισσα των αρετών». Αντλούν, λοιπόν, δύναμη από τον ουρανό και προχωρούν στη γραμμή: «Επιθυμείν μεν δει των ουρανών και των εν τοις ουρανοίς, πλην και προ του ουρανού την γην ουρανόν εκέλευσεν ποιήσαι, και εν αυτή διατρίβοντας ως εκεί πολιτευομένους»-Ιωάννης Χρυσόστομος.
     Βλέπουν κάθε άνθρωπο ως εικόνα του Θεού. «Εικών ει του Θεού και εικόνι διαλέγει», τονίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. «Ανώμαλα βλέπει όποιος ξεχωρίζει τους ανθρώπους», προσθέτει ο Μ. Βασίλειος, ελέγχοντας όσους αρνούνται την ισότητα των ανθρώπων. Πιο πολύ, βλέπουν στη θέση κάθε ανθρώπου που υποφέρει, να υποφέρει ο ίδιος ο Χριστός: «Έως εστί καιρός Χριστόν επισκεψώμεθα, Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμε, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν», τονίζει πάλι  Γρηγόριος ο Θελόγος, για να προσθέσει Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ο Μονογενής Υιός του Θεού … εσφάγη και το αίμα αυτού εξέχεεν υπέρ ανθρώπου. Πώς αυτού καταφρονήσω;»
     Ο οποίος προχωρεί πιο παραστατικά και δραματικά: «Γυμνόν ορών-όταν βλέπεις ένα γυμνό-και της γυμνότητος αναμνήσθητι-να θυμάσαι και τη γυμνότητα-εκείνης ης εγυμνώθην επί του Σταυρού δια σε … και ην δια των πενήτων γυμνούμαι … Εδίψησα κρεμάμενος επί του Σταυρού, διψώ και δια των πενήτων, ίνα και εξ εκείνων και εκ τούτων επισπάσωμαί σε προς εμαυτόν, και ποιήσω σε φιλάνθρωπον επί σωτηρία τη ση … Ουδέ γαρ λέγω, λύσον μοι την πενίαν, ουδέ χάρισαί μοι τον πλούτον, καίτοι γε επτώχευσα δια σε. Άρτον αιτώ, και ιμάτιον και λιμού παραμυθίαν … Θύραις σου παριστάμενος προτείνω χείρα. Παρά σου τραφήναι επιθυμώ. Φιλώ σε σφόδρα. Διό και της τραπέζης ερώ της σης, ο τοις φιλούσιν έθος εστί, και εναγκαλίζομαι τούτω, και του θεάτρου παρόντος της οικουμένης ανακηρύττω σε τότε, και πάντων ακουόντων-την ημέρα της Κρίσεως-ενδείκνυμαι τροφέα τον εμόν» ! (Προς Ρωμαίους, Ομιλία 15η, παρ. 6η)
     Με αυτά υπογραμμίζουν «την ένταση, τη διαύγεια, την αντοχή, το άγιο πάθος», την άλλη διάσταση και πρωταρχική θέση που οφείλει να έχει ο ατόφιος Σταυρός της Αγάπης. Γι αυτό και προχωρούν σε θέσεις, με σημερινή γλώσσα, επαναστατικές. Καταγγέλλουν αμείλικτα όσους έχουν κάνει τρόπο ζωής την κοινωνική αδικία και οικονομική εκμετάλλευση του άλλου. «Είναι άθεοι, παράλογοι και οπωσδήποτε κλέφτες όσοι θησαυρίζουν εις βάρος των άλλων, όσοι κρατούν τα πλούτη τους μόνο για τον εαυτό τους. Γυμνός βγήκες από την κοιλιά της μάνας σου, και είναι φανερό ότι γυμνός θα γυρίσεις στη γη. Όσα απέκτησες, πού τα βρήκες; Αν πεις ξεφύτρωσαν μόνα τους, είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις το Δημιουργό, δεν ευχαριστείς το δωρεοδότη. Αν ομολογήσεις ότι σου τα έδωσε ο Θεός, αποκρίσου μου, γιατί το έκανε; Για να τα απολαμβάνεις μόνος σου; Ώστε είναι άδικος ο Θεός, μοιράζει άνισα, θέλει εσύ να πλουτίζεις κι ο άλλος να πεινάει;», τονίζει ο Μ. Βασίλειος, και επιτείνει. «Αν αυτός που γυμνώνει ένα ντυμένο είναι και λέγεται κλέφτης, αυτός που μπορεί να ντύσει ένα γυμνό, αλλά δεν το κάνει, πώς πρέπει να ονομαστεί»; Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει: «Είναι κλοπή το να μην κοινωνείς τον άλλο με τα άφθονα αγαθά που σου χάρισε ο Θεός. Σας ξενίζει ο λόγος, αλλά δεν είναι δικός μου, είναι της Γραφής, που από το στόμα του προφήτη-Μαλαχ. 3,10-χαρακτηρίζει αρπαγή ξένων πραγμάτων την άρνηση μετάδοσης στους άλλους της δικής μας αφθονίας, μια αρπαγή που έχει ως κίνητρο την πλεονεξία». Την οποία πολύ νωρίτερα ο Απ. Παύλος, ως τη ρίζα του κακού ταυτίζει με την ειδωλολατρία, όταν γράφει: «φεύγετε … την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία». Δεν είναι δα και τόσο πρωτότυπος ο Μαρξ,. Μάλλον άργησε πολύ να φανεί να καταγγείλει την κοινωνική εκμετάλλευση, και μάλιστα από τη βολή του !
*********
     Αυτά, λοιπόν, τα εκπληκτικά αγιώνυμα εκκλησιαστικά μεγέθη δεν είναι ούτε για δεύτερο πλάνο, ούτε, πιο πολύ είναι άξιοι κάποιοι να τα κηρύξουν σε άγνοια ! Και είναι από αστείο μέχρι προκλητικό να τολμούν στη θέση του δικού τους ατόφιου Σταυρού της Αγάπης να προτείνουν ως ορθόδοξο τρόπο ζωής-«ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και πνευματικότητα»-διάφορα σταυρικά υποκατάστατα και βυζαντινές γραφικότητες ! «Οι καιροί ου μενετοί» ! Μόνο ένας συστηματικός συντονισμός με το βηματισμό της Ορθοδοξίας των Τριών Ιεραρχών, με το σταυρικό τρόπο ζωής αυτών των όντως «θεηγόρων οπλίτών παρατάξεως Κυρίου» της εκκλησιαστικής ηγεσίας και των πιστών μπορεί να ξαναφέρει την Εκκλησία-Ορθοδοξία στο προσκήνιο και το κέντρο της ιστορίας του σύγχρονου κόσμου. Αλλιώς θα συνεχίσει να έχει, όπως σήμερα, την τύχη του αλατιού που «έχει μωρανθεί», και «εις ουδέν ισχύει έτι ή μη βληθήναι έξω και καταπατείσθαι υπό των ανθρώπων» !
     Ας μην ξεχνούμε όλοι ότι ο Χριστός είναι ξεκάθαρος και με τα θάματα και πράματα που ακούγονται τελευταία, όταν λέει: «Πολλοί ερούσι μοι εν εκείνη τη ημέρα. Κύριε, Κύριε, ου τω σω ονόματι επροφητεύσαμεν, και τω σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, και τω σω ονόματι δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν; Και τότε ομολογήσω αυτοίς. Ότι ουδέποτε έγνων υμάς. Αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν»-Ματθαίου 22-23. Και δε θα ήταν άσχημο, ούτε άστοχο, αντίθετα, θα ήταν σήμα με νόημα και νεύμα προς πάσα χριστιανική κατεύθυνση να κλείσουμε με το ωραίο ονειρικό ανέκδοτο που χρησιμοποιούσε συχνά ο ανθρωπιστής και ιεραπόστολος των λεπρών Ραούλ Φολερώ. «Κάποιος είδε πως τη Μεγάλη Μέρα της Κρίσεως παρουσιάστηκε στο Χριστού και είπε: «Κύριε, και Θεέ μου, ρίξε μια ματιά στη ζωή μου και δες: Έκανα πολλές προσευχές. Τήρησα όλες σου τις εντολές. Δεν έκανα κανένα κακό, κανένα αισχρό ή αντίθρησκο. Κύριε, και Θεέ μου, να δες, τα χέρια μου είναι καθαρά» ! Και άκουσε να του απαντάει σταθερά και λιτά ο καλός Θεός: «Ασφαλώς, ασφαλώς ! Αλλά ! Είναι άδεια» !
ΑΘ.  ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου